Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
28 / 10 / 2021

Είχα γράψει παλιότερα ότι δεν μου άρεσε το Blade Runner που έφτιαξε ο Villeneuve, δεν μου άρεσε καθόλου· έτσι, ανησυχούσα ότι και το Dune θα ήταν το ίδιο πράγμα. Ήμουν αρκετά προκατειλημμένος, οφείλω να παραδεχτώ.

Και, έχοντας δει το τρέιλερ, δεν είχα σχηματίσει και πολύ καλή εντύπωση για την ταινία. Κυρίως εξαιτίας του νεαρού πρωταγωνιστή. Δε μου φαινόταν ότι ο Chalamet ταιριάζει στον ρόλο του Πολ Ατρείδη, αλλά περισσότερο ίσως να ταίριαζε να παίξει σε καμιά ταινία Χάλι Πλόπερ. Δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν σε στερεότυπα alpha male και τέτοιες μπαρούφες, αλλά στο Dune οι ευγενείς ζουν σε μια κοινωνία πολεμιστών, εκπαιδεύονται από μικροί στη μάχη σώμα με σώμα· πώς είναι δυνατόν αυτός ο τύπος να είναι τόσο λεπτοκαμωμένος; Διαβάζοντας το Dune του Herbert δεν φανταζόμουν έτσι τον Πολ, σε καμία περίπτωση. Ούτε «φουσκωτό» τον φανταζόμουν, φυσικά, αλλά ούτε κι έτσι. Περισσότερο, κάτι σαν τους αρχαίους Έλληνες πολεμιστές τον φανταζόμουν: λεπτό αλλά μυώδη. Σε τελική ανάλυση, έτσι είναι οι κανονικοί πολεμιστές.

Και μετά, βλέπω στο τρέιλερ αυτό τον τύπο να υποδύεται τον Πολ ενώ είναι το πετσί και το κόκαλο. Ε, εντάξει, λέω, μαλακία θα είναι η ταινία...

Παραδόξως ίσως, δεν ήταν.

Το ακόμα πιο παράξενο είναι πως, καθώς παρακολουθείς την ταινία, ο Chalamet αρχίζει να σου φαίνεται ολοένα και περισσότερο ότι ταιριάζει στον ρόλο του, έστω κι αν έχεις ξεκινήσει να τη βλέπεις (σαν εμένα) προκατειλημμένος εναντίον του. Παίζει πολύ καλά.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάποιος άλλος ίσως να έπρεπε να είχε τον ρόλο του Πολ Ατρείδη, όμως τελικά κι αυτός μού άρεσε.

Η ταινία ήταν εξωφρενικά καλή. Δεν περίμενα να ήταν τόσο καλή. Ήταν μεγάλη ταινία, αλλά δεν καταλάβαινες πώς πέρασε η ώρα. Με είχε απορροφήσει. Και πάλι δεν είναι ολόκληρο το βιβλίο του Dune· είναι το μισό. Θα δούμε και συνέχεια, προφανώς. Μπορώ να πω ότι χαλάστηκα όταν τελείωσε εκεί, στη μέση. Γαμώτο! ήθελα κι άλλο.

Είναι πολύ πιστή στο βιβλίο του Herbert· δεν έχει σαχλαμάρες. Δεν έχει καμία σχέση μ’εκείνη την ανουσιότητα που ήταν το τελευταίο Blade Runner, αν και παρατηρείς κι εδώ κάποια από τα φετίχ του Villeneuve. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει μανία με τα αγαλματίδια, ή είναι η ιδέα μου; Τίποτα από αυτά, όμως, δεν είναι ενοχλητικό ή αρνητικό. Όλα ταιριάζουν. Όλα κάνουν την ταινία καλύτερη.

Οι ερμηνείες είναι καταπληκτικές. Οι διάλογοι είναι ρεαλιστικοί. Η ατμόσφαιρα είναι... ατμοσφαιρική. Τα πάντα φαίνονται σαν να είναι αληθινά παρότι καταφανώς εξώκοσμα. Ακόμα κι ο Βαρόνος Χαρκόνεν, που στην ταινία του David Lynch ήταν άθλιος, εδώ είναι τρομερός. Οι Χαρκόνεν είναι ζώα, είναι κτήνη. Καταπληκτικά τούς απεικονίζει ο Villeneuve.

Τα ορνιθόπτερα είναι απίστευτα ρεαλιστικά φτιαγμένα, και ποτέ δεν τα είχα φανταστεί τόσο όμορφα. Τώρα θέλω να αγοράσω ένα!

Ακόμα κι όταν βλέπεις τον Chalamet να μονομαχεί, έχοντας αυτή τη λεπτοκαμωμένη διάπλαση, για κάποιο λόγο δεν σου φαίνεται περίεργο που βάζει κάτω τους αντιπάλους του.

Η πλοκή της ταινίας δεν είναι βιαστική, ούτε του εντυπωσιασμού, ούτε όλο μάχες και ανόητες φιγούρες. Τα ειδικά εφέ απλώς προσθέτουν στην ατμόσφαιρα και στην πλοκή· δεν προσπαθούν να τις αντικαταστήσουν με ανούσια γραφικά.

Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα το αρνητικό για την ταινία, αυτή τη στιγμή. Το μόνο που με παραξένεψε λίγο είναι ότι ο Dr Kynes του βιβλίου είναι, στην ταινία, γυναίκα. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω ότι αλλάζει κάτι ιδιαίτερο με αυτό· έτσι κι αλλιώς, ο ρόλος του, ακόμα και στο βιβλίο, είναι περιορισμένος.

Παρότι ήξερα συνεχώς τι θα γίνει παρακάτω, ούτε λεπτό δεν βαρέθηκα. Και τώρα, απλά περιμένω τη συνέχεια.

Shai-Hulud is my master.

(Για γράψουμε αυτή τη σύντομη κριτική, ζώα δεν έπαθαν κακό, άνθρωποι δεν εμβολιάστηκαν με πειραματικά δηλητήρια, ούτε τα λαμόγια της κορονοκρατίας πληρώθηκαν.)

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]